Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Όνειρο απατηλό.....


Κοιτάζω το ξυπνητήρι για άλλη μια φορά. Αυτή η βραδιά μού ’βγαλε την ψυχή μέχρι να περάσει.
Πέντε παρά δέκα, το κλείνω, δεν αντέχω άλλη αναμονή.
Η μυρωδιά του καφέ από την κουζίνα ταξιδεύει σε όλο το σπίτι. Η σύντροφός μου έχει σηκωθεί πρίν από εμένα και είναι έτοιμη, ντυμένη με τα κυνηγετικά.
Σε λίγο είμαι και εγώ έτοιμος.
«Τα έχεις όλα έτοιμα;» με ρωτάει η Παναγιώτα.
«Είναι έτοιμα από την Αθήνα» της απαντώ.
«Μπλόκ, στυλούς, κινητά, φωτογραφικές, όλα έτοιμα;» ξαναρωτάει.
«Μην με πρίζεις, τρία χρόνια που κάνουμε αυτή τη δουλειά, έχω ξεχάσει τίποτα;»
Έξω νύχτα ακόμα, το χωριό κοιμάται ήσυχο, με ανοιχτά παράθυρα για δροσιά. Μπορεί το καλοκαιράκι να τελειώνει, όμως η ζέστη, ζέστη.
Η Αθήνα βέβαια ψήνεται, γι’αυτό το τηλεφώνημα του Χρόνη, του ταμία του κυνηγετικού συλλόγου και καλού φίλου, πρωινό Δευτέρας, ήταν δροσιά.
«Να σε υπολογίζω για το Σάββατο το πρωί μαζί με την Παναγιώτα, έτσι;» με ρώτησε ο Χρόνης στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής.
«Θέλει και’ ρώτημα ρε Χρόνη;» απαντώ.
Ένα ταξιδάκι μέχρι το χωριό δε θα μας πείραζε. Άλλωστε η βοήθειά μας στον σύλλογο όποτε μας χρειαστεί είναι χαρά για εμάς, όπως και για τα υπόλοιπα μέλη που τα τελευταία χρόνια είναι πολλά.
Από τότε που άλλαξε το καθεστός στο κυνήγι και οι ιδέες τόσων χρήσιμων ανθρώπων άρχισαν να γίνονται πράξη, ήρθαν τα πάνω κάτω.
Θυμάμαι ακόμα την κουβέντα της Υπουργού όταν μας είχε καλέσει στο υπουργείο, και ήμουν και εγώ παρόν, αφού είχα φιλοξενήσει όλα τα παιδιά του συμβουλίου του συλλόγου σπίτι μου.
«Περιμένω πολλά από εσάς» μας είχε πεί, «Η βοήθεια του Υπουργείου σε όποια ιδέα σας πιστεύετε ότι θα βοηθήσει το περιβάλλον και την πανίδα του τόπου σας, είναι δεδομένη» συνέχιζε η Υπουργός, «Οι άνθρωποι του τμήματος θήρας έχουν ανοικτά τηλέφωνα, μην διστάσετε να τους ενοχλήσετε.»…
«Να, τα παιδιά» με επανέφερε η Παναγιώτα από τις σκέψεις μου.
Άραξα στο πλάτωμα, και μετά από τις αγκαλιές και τα φιλιά ανοίξαμε τα θερμός να πιούμε λίγο καφεδάκι. Είχαμε λίγο χρόνο ακόμα μέχρι την έναρξη.
«Λοιπόν», άρχισε ο Χρόνης, «Γιάννης, Μήτσος, ξεκινάνε για Καστρί. Σταύρος, Χρήστος, Άνω Παναγιά» …
Σε λίγο όλοι ήξεραν τα πόστα τους, μαζί και εμείς.
Με πείραξε λίγο αυτό το: «Τους Αθηναίους πρέπει να τους στέλνουμε στα ισάδια», που πέταξε γελώντας ο Χρόνης, χτυπώντας την ολίγο προεξέχουσα μπάκα μου, αλλά το προσπέρασα και εγώ γελώντας.
«Ναί Χρόνη μου, θα σε δώ και σένα την πρώτη του Οκτώβρη που θα σε σπρώχνω για να φτάσεις το φερμαρισμένο σκύλο σου», του αντιγύρισα.
Ξεκινήσαμε γρήγορα γρήγορα γιατί σε λίγο θα ξημέρωνε και αφήσαμε τα πειράγματα για αργότερα.
«Ραντεβού στο παρατηρητήριο του συλλόγου ρεεέ» φώναζε ο Λάζος, ο πρόεδρος, φεύγοντας και από πίσω όλοι μας ξεκινούσαμε για διαφορετικές κατευθύνσεις.
Πότε ανέβηκε ο ήλιος, πότε σώθηκε το νερό, πότε γυρίσαμε με την Παναγιώτα στο αυτοκίνητο, ούτε που το κατάλαβα.
Το είχαν καταλάβει καλά όμως τα πόδια μου που στο τέλος είχαν αρχίσει να μην υπακούουν. Σα να είχε δίκιο ο Χρόνης, σκέφτηκα, και αμέσως σήκωσα τα μάτια στην Παναγιώτα γιατί μου φάνηκε ότι σκέφτηκα φωναχτά. Μπά, ιδέα μου....μην μας πάρει στο ψιλό τώρα και η γυναίκα.
Στο παρατηρητήριο γινόταν χαμός.
Τα τραπέζια είχαν στρωθεί και οι γυναίκες ομολογώ είχαν κάνει καλή δουλειά. Τι ήθελες και δεν υπήρχε.
Αφού μου έδωσε το μπλοκάκι, μπήκε και η δικιά μου μέσα να βοηθήσει.
Μαζεύτηκαν επιτέλους όλα τα παιδιά και ο πρόεδρος άρχισε την καταμέτρηση.
Μήτσος-Γιάννης: είκοσι τρία πουλιά.
Σταύρος-Χρήστος: τριάντα ένα.
Σε λίγη ώρα είχε τελειώσει η καταμέτρηση. Εφέτο πήγαν καλά οι γέννες.
Οι μάνες Γκρέκες έκαναν καλή δουλειά. Αλέκτορις Γκρέκα είναι αυτή, θεά, υπέροχη, λεβέντισσα.
Είχαμε βάλει και εμείς όμως το χέρι μας, κάτι σπορές, κάτι νερά, κάτι καταπολεμήσεις επιβλαβών, όλα καλά, δόξα το θεό.
Από τότε που ξεκινήσαμε την συνεργασία με τους Γάλλους συνάδελφους και μας είπαν δυό τρία μυστικά, και από τότε που ένας τρελός Έλληνας κατάφερε και εξέθρεψε πετροπέρδικα σε αιχμαλωσία, άλλαξαν πολλά.
Βέβαια για να λέμε και του στραβού το δίκιο, βοήθησαν και οι άνθρωποι του υπουργείου.
Μόλις μαθεύτηκε το γεγονός δεν έχασαν καιρό, χρηματοδότησαν τους συλλόγους και με μπροστάρη τον τρελο-εκτροφέα έγινε το θαύμα.
Τι τα θυμήθηκα πάλι αυτά τώρα; Το νερό πλέον έχει μπεί στο αυλάκι, δεν γυρίζει πίσω.
Βοηθάμε και εμείς οι Αθηναίοι όπως μπορούμε αφού ενισχύουμε τον σύλλογο της περιοχής που κυνηγάμε.
Να, τον προηγούμενο μήνα μού έστειλε επιστολή ο γραμματέας μας ζητώντας μου μια μικρή ενίσχυση για να πάρουμε καινούρια υνιά για το τρακτέρ μας, για τις σπορές μας.
Έγινε ΚωτσοΜπίκο, έλεγα να πάρω εφέτο καινούρια Μέιντλ αλλά δεν πειράζει, θα την βγάλω με τα παλιά, πρώτα οι περδικές μας να είναι καλά. Αν δεν έχεις πέρδικες τι να τα κάνεις τα Μέιντλ, να πάς βόλτα στην πλατεία;
«Πέτρο» με σκουντάει ο Κώτσος την ώρα που ήμουν έτοιμος να καρφώσω ένα κομμάτι κοτόπιτα, «πάρε και αυτό το φάκελο, έλεγα να στον στείλω, αλλά μιάς και ήρθες θα μου δώσεις την χαρά να σε δώ να γελάνε και τα μουστάκια σου.»
Ανοίγω τον φάκελο και τι να δώ; Επιτέλους κρατούσα στα χέρια μου την πολυπόθητη βεβαίωση του συλλόγου για να μπορέσω να αγοράσω το ραβδωτό που ήθελα!
Εδώ και έναν χρόνο παλεύω με τα σεμινάρια του συλλόγου. Σε κάθε ταξίδι μας έκανα και τρείς ώρες μάθημα και να που ήρθε η ώρα να μπορώ να ελπίζω σε ένα κυνήγι αγριόχοιρου με την παρέα.
Βρέ πώς περνά η ώρα όταν είσαι με καλή παρέα.
«Άντε παιδιά, την κάνουμε με την Παναγιώτα γιατί καλό το τσιπράκι και η παρέα σας αλλά έχουμε και άλλο γύρο το βράδυ με προβατίνα στα ξαδέρφια και πρέπει να ξεκουραστούμε λίγο.»
Το κρεβάτι στο χωριό μου φαίνεται βάλσαμο. Δυό ωρίτσες μεσσημεριανός ύπνος είναι ότι πρέπει μετά από τόση κούραση.

Μπά, τι έγινε, με πήρε ο ύπνος μάλλον γιατί έξω είναι πίσα σκοτάδι.
Ρε τις άτιμες γυναίκες, αφού της είπα δυό ωρίτσες μόνο να μ’ αφήσει να ξεκουραστώ. Όταν θα σε πάω στην Αθήνα, θα δείς κυρά-πέτρενα!

Μα για στάσου… Στο χωριό δεν έχουμε πλάσμα τηλεόραση φάτσα στο κρεβάτι, τι στο διάολο, όνειρο έβλεπα;
Τι όνειρο, δε λές εφιάλτη καλύτερα, άκου σύλλογος στο χωριό, καταμέτρηση πέτροπέρδικας και αηδίες.
Ρε τι σου φτιάχνει ο σκατογένης στον ύπνο σου. Κάναμε λέει και αδελφοποίηση με τους Γάλλους κυνηγούς, φτού φτού φτού, ρε με τους κουτόφραγκους; Τι να μας πούν και αυτοί για το κυνήγι, ρε με τα καπελάκια τους με τα φτεράκια οι κοκότες, φτού φτού φτού.
Πώς την έλεγαν; Αλέκτροφιξ, όχι, αλέκτρονις, πάλι όχι, δεν πάει στο διάολο όπως και να την λένε.
Άκου καταμέτρηση, εφιάλτης σου λέω, εφιάλτης.
Άσε τα παιδιά στο χωριό να παλεύουν, ξέρουν αυτά, τι να με κάνουν εμένα;
Άκου ραβδωτό, εγώ δεν ξέρω που έχω την καραμπίνα από πέρσι, μπορεί να είναι στο χωριό δε θυμάμε τώρα, νυστάζω κιόλας.
Τώρα που το θυμήθηκα πρέπει να ξεσφίξω και μιά τρύπα στη λαιμαργιά του μούργου, παραπάχεινε ο πούστης, αμ μου τρώει ένα σκασμό φαί, είναι και νεκρή περίοδο, τι να σου κάνει.
Μπαάά δεν έχει, άμα και φέτο μου κάνει νερά θα πάει στον μπάρμπα Κίτσο να φυλάει τα πρόβατα.
Πω πω, πίσα σκοτάδι έξω, αργεί και να ξημερώσει, ξαγρύπνησα τώρα.
Μωρέ άμα απαγορέψουν το κυνήγι εφέτο θα τους πάρει και θα τους σηκώσει. Κάτι θα’χει γίνει τώρα αλλά δεν μπορεί να τα μαθαίνεις και όλα. Θα περάσω από το καφενείο αύριο, κάτι θα μάθω.

Ας γυρίσω πλευρό μήπως και με πά


ρει ξανά ο ύπνος, αργεί και να ξημερώσει ρε παιδί μου.

2 σχόλια: